Κεφαλαιο 2 – Το Κρυμμενο Κοστος Του Κρεατος


Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΣΙΤΙΑΣ

Το 1975, στο bestseller, Τhe Eco-Spasm Report, ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Alvin Toffler, συγγραφέας του Future shock και The third wave, φαντάζεται μια θετική λύση για το παγκόσμιο πρόβλημα της έλλειψης τροφής. Προβλέπει: «Θα εμφανιστεί στην Δύση μια θρησκευτική κίνηση που θα απαγορεύει την τροφή του βοδινού κρέατος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα κερδίσουμε τεράστιες ποσότητες δημητριακών για να χορτάσουμε ολόκληρο τον κόσμο.»

Για να επιλυθεί το πρόβλημα της πείνας

Ο Francis Moore Lappe, έμπειρος στην επιστήμη της διατροφής και συγγραφέας του βιβλίου, Δίαιτα για έναν μικρό πλανήτη, που έγινε bestseller, δήλωσε πρόσφατα σε μια τηλεοπτική συνέντευξη πως πρέπει να φανταστούμε πως το μπιφτέκι κρέατος είναι μια Καντιλλακ. «Που σημαίνει» συνέχισε, «πως εμείς στην Αμερική είμαστε προσκολλημένοι στην ιδέα των αυτοκινήτων που κινούνται με βενζίνη, επειδή μας ξεγελούν πως το πετρέλαιο κοστίζει λίγο. Κατά τον ίδιο τρόπο είμαστε προσκολλημένοι στην ιδέα της διατροφής που βασίζεται στο κρέας των ζώων που τρέφονται με δημητριακά, επειδή νομίζουμε πως τα δημητριακά έχουν καλή τιμή.»
Σύμφωνα με τη αναφορά του Παραρτήματος Γεωργίας των Ενωμένων Εθνών, περισσότερο από το 90% της Αμερικανικής παραγωγής του σιταριού χρησιμοποιείται για την διατροφή των ζώων (αγελάδες, χοίροι, αρνιά και κοτόπουλα) που προορίζονται για τα πιάτα μας. Αυτή η χρήση των δημητριακών για την παραγωγή του κρέατος εμφανίζεται απίστευτα πολυδάπανη: σύμφωνα με την ίδια αναφορά, κερδίζουμε ένα κιλό βοδινού κρέατος από δεκαέξι κιλά σιταριού. Στο βιβλίο του Πρωτεΐνες: Η Χημεία και η πολιτική τους, ο Dr. Aaron Altshul σημειώνει πως όσον αφορά το σύνολο των θερμίδων σε ακρ, μια διατροφή που βασίζεται στα δημητριακά, λαχανικά και φασόλια μπορεί να θρέψει ένα νούμερο ατόμων είκοσι φορές μεγαλύτερο από μια διατροφή βασισμένη στο κρέας. Η τωρινή κατάσταση είναι πως περίπου τα μισά εδάφη που καλλιεργούνται στην Αμερική χρησιμοποιούνται για να τραφούν ζώα. Αν τα καλλιεργήσιμα εδάφη της γης χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή χορτοφαγικής τροφής, ο πλανήτης μας θα παρείχε πολύ εύκολα τα απαραίτητα σε έναν πληθυσμό μεγαλύτερο από είκοσι δισεκατομμύρια κατοίκους.
Παρόμοια δεδομένα οδήγησαν τους μελετητές της διατροφής στο συμπέρασμα πως το πρόβλημα της πείνας στον κόσμο είναι ένα «ψεύτικο πρόβλημα». Το πρόσχημα του υπερπληθυσμού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους οπαδούς των αμβλώσεων για να δικαιολογήσουν την δολοφονία πενήντα εκατομμυρίων μικρών που δεν γεννήθηκαν ποτέ, κάθε χρόνο πάνω στη γη. Ακόμη και σήμερα παράγουμε τροφή επαρκή για όλους, πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη, αλλά δεν την χρησιμοποιούμε με τον σωστό τρόπο.
Το 1974, σε ένα συνέδριο για την παγκόσμια διατροφή που πραγματοποιήθηκε στην Ρώμη, ο Rene Dumont, οικονομολόγος του Εθνικού Γαλλικού Ινστιτούτου Γεωργίας, αποκάλυψε τα εξής: «Η συνεχής κατανάλωση κρέατος από την πλευρά του πλούσιου σημαίνει πείνα για τον φτωχό. Είναι ανάγκη να αλλάξουμε αυτά τα ακριβά συστήματα γεωργίας, να καταργήσουμε τα εδάφη που καλλιεργούνται για να θρέφουν βόδια και να συγκεντρώνουν ζώα.»

Τα οικονομικά οφέλη που αποφέρει η συντήρηση των αγελάδων στη ζωή

Είναι εμφανές πως μια ζωντανή αγελάδα προσφέρει στην κοινωνία μεγαλύτερη ποσότητα τροφής (συνεχή παραγωγή γάλατος, από το οποίο μπορούμε να πάρουμε βούτυρο, τυρί, γιαούρτι και άλλα προϊόντα που περιέχουν μεγάλη ποσότητα πρωτεϊνών) από την αγελάδα που φτάνει στο σφαγείο. Το 1971 ο Stewart Odend’hal του Πανεπιστημίου του Missouri πραγματοποίησε μια έρευνα για τις αγελάδες στην Βεγγάλη, και ανακάλυψε πως τρέφονται μόνο με τα υπολείμματα που προέρχονται από τα καλλιεργημένα εδάφη (λεπτούς φλοιούς ρυζιού, κορυφές ζαχαροκάλαμων, χορτάρι, κλπ.) που δεν χρησιμοποιούνται για την διατροφή του ανθρώπου. «Στην ουσία» βεβαίωσε ο μελετητής, «το ζώο μετατρέπει τα άχρηστα στοιχεία για τον άνθρωπο σε χρήσιμα προϊόντα». Αυτή η δήλωση θα έπρεπε να σταματήσει την λανθασμένη αντίληψη πως οι άνθρωποι στην Ινδία πεθαίνουν από την πείνα γιατί δεν σκοτώνουν τις αγελάδες. Σχετικά μ’ αυτό, είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε πως πρόσφατα η Ινδία ξεπέρασε τα προβλήματα τροφής, που προκλήθηκαν κατά την διάρκεια των δύσκολων περιόδων ξηρασίας και των πολιτικών αλλαγών και όχι λόγω της έλλειψης του κρέατος των ιερών αγελάδων. Στη διάρκεια ενός συνεδρίου της Διεθνής Ανάπτυξης, που πραγματοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1980, μια επιτροπή εμπείρων διακήρυξε: «Η παραγωγή τροφής στην Ινδία είναι επαρκής για όλον τον πληθυσμό.» Αυτό ισχύει και σήμερα.
Οι αγελάδες που δεν σκοτώνονται, παράγουν μιαν ποσότητα τροφής υψηλής ποιότητας και πλούσιας σε πρωτεΐνες, τόσο που στην Αμερική και την Ευρώπη πραγματοποιείται μια σκόπιμη προσπάθεια να ελαττωθεί η τυροκομική παραγωγή. Παρολαυτά οι κυβερνήσεις αποθηκεύουν εκατοντάδες εκατομμύρια κιλά βούτυρο, τυρί και γάλα. Στην Αμερική, η παραγωγή αυξάνει περίπου 20 εκατομμύρια κιλά την εβδομάδα: πράγματι οι 10 εκατομμύρια αγελάδες στην Αμερική παράγουν τόσο γάλα που η Κυβέρνηση, κατά περιόδους, παραχωρεί εκατομμύρια κιλά τυροκομικά προϊόντα που διανέμονται στους φτωχούς και τους πεινασμένους. Αυτό αποδεικνύει πως οι αγελάδες (ζωντανές) είναι μια από τις σημαντικότερες πηγές συντήρησης της ανθρώπινης φυλής.
Στις μέρες μας ανθίζουν πολλές κινήσεις για τη διάσωση της φώκιας, του δελφινιού και της φάλαινας. Γιατί λοιπόν να μην υπάρχει μια κίνηση για τη διάσωση της αγελάδας; Από οικονομική άποψη, η ύπαρξη μιας τέτοιας κίνησης είναι πολύτιμη, αν δεν είστε μέλος της βιομηχανίας κρέατος που ανησυχεί για την εξάπλωση της χορτοφαγίας. Μέσω διάφορων οργανισμών η βιομηχανία κρέατος ξοδεύει εκατομμύρια δολλάρια για να προωθήσει την κατανάλωση βοδινού κρέατος. Μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων ξοδεύονται σε διαφημιστικές εκστρατείες.

Πληρώνετε το μπιφτέκι σας πολύ ακριβά

Η βιομηχανία κρέατος έχει δυνατή οικονομική και πολιτική ισχύ. Προσθέτει στον προυπολογισμό μια δαπάνη εκατομμυρίων δολλαρίων για να προωθήσει την κατανάλωση του κρέατος και συγχρόνως εισπράττει ένα αδικαιολόγητο ποσό από τους φόρους που πληρώνουμε. Στην πράξη, η παραγωγή του κρέατος απαιτεί τόσο υψηλό κόστος που η βιομηχανία, για να επιζήσει, έχει ανάγκη βοήθειας. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αγνοεί πως οι εθνικές κυβερνήσεις υποστηρίζουν με αξιοσημείωτο τρόπο τη βιομηχανία κρέατος με ειδικές χορηγήσεις, εγγυήσεις και ευνοϊκά δάνεια. Για παράδειγμα, το 1977 η USDA παραχώρησε 100 εκατομμύρια δολλάρια για να αγοράσει βοδινό κρέας για τα σχολικά προγράμματα. Τον ίδιο χρόνο οι κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης ξόδευσαν περίπου μισό εκατομμύριο δολλάρια για να αγοράσουν το κρέας της υπερπαραγωγής και άλλα εκατομμύρια για να το αποθηκεύσουν.
Αλλα χρήματα, εκατομμύρια δολλάρια, χορηγούνται κάθε χρόνο από την Κυβέρνηση των Ενωμένων Εθνών για να πληρωθεί το εθνικό δίκτυο των επιθεωρητών που ελέγχουν το στάδιο (που παρατηρείται ελάχιστα) της υγείας του ζώου. Οταν τα άρρωστα ζώα καταστρέφονται, το Κράτος πληρώνει μια αποζημίωση στους ιδιοκτήτες: το 1978, για παράδειγμα, η Αμερικανική κυβέρνηση χορήγησε 50 εκατομμύρια δολλάρια από τους φόρους που πλήρωσαν οι φορολογούμενοι για να αντιμετωπιστεί μια ιώδης μορφή επιδημίας που βασάνιζε τα βόδια και άλλα ζώα. Κάτω από διάφορες μορφές η Αμερικανική κυβέρνηση χορήγησε δάνεια 350 χιλιάδων δολλαρίων στους εκτροφείς ενώ παρήχε μόνο 20 χιλιάδες δολλάρια στους γεωργούς. Ενα άρθρο των Νew York Times χαρακτήρισε αυτή τη χορήγηση «προσβλητική», «μια σκανδαλώδης κλοπή και ζημιά της κοινής κληρονομιάς». Ωστόσο, παρά τις ενδείξεις που παρουσιάζουν τον δεσμό ανάμεσα στην κρεατοφαγία, τον καρκίνο και τις ασθένειες της καρδιάς, η USDA συνεχίζει να προωθεί την κατανάλωση του κρέατος μέσω των διαφημίσεων και των προγραμμάτων σε σχολεία.

Μόλυνση του περιβάλλοντος

Μια ακόμη «κρυφή τιμή» του κρέατος είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος: οι σωλήνες εκκένωσης και οι αποχετεύσεις χιλιάδων σφαγείων και εκτροφείων έχουν καταγγελθεί από την Υπηρεσία Ερευνας της Γεωργίας των Ενωμένων Πολιτειών ως οι χειρότερες πηγές μόλυνσης των ποταμών και των νερών της χώρας. Είναι εμφανές πως οι πηγές νερού αυτού του πλανήτη όχι μόνο μολύνονται, αλλά επίσης εξαντλούνται και η βιομηχανία του κρέατος είναι συνυπεύθυνη. Στο βιβλίο τους Population, Resources and Environment, ο Paul και η Αnny Ehrlich επέδειξαν πως για να καλλλιεργηθεί ένα κιλό σιταριού απαιτούνται 60 λίτρα νερού ενώ για την παραγωγή ενός κιλού κρέατος απαιτούνται από 2500 ως 6000 λίτρα νερού. Το 1973 το New York Post κατήγγειλε αυτή την αδικαιολόγητη κατάσταση του τρόπου χρήσης της μεγαλύτερης εθνικής πηγής: αποκαλύφθηκε πως σε μια μεγάλη αμερικανική εγκατάσταση για τη συντήρηση πουλερικών ξοδεύονταν καθημερινά 400 εκατομμύρια λίτρα νερού! Οσο χρειάζεται μια πόλη 25 χιλιάδων κατοίκων.

Κοινωνικός αγώνας

Η ακριβή μέθοδος για την παραγωγή κρέατος, που απαιτεί εκτάσεις μεγαλύτερες από αυτές που είναι απαραίτητες για την γεωργική καλλιέργεια, είναι πηγή οικονομικών συγκρούσεων που διεξάγονται στην ανθρώπινη κοινωνία από χιλιάδες χρόνια. Μια δημοσιευμένη μελέτη με τίτλο Plant Foods for Human Nutrition ξεκαθαρίζει πως ένα ακρ που καλλιεργείται με σιτηρά παράγει μια ποσότητα πρωτεινών πέντε φόρες μεγαλύτερη από εκείνη που παράγει όταν καλλιεργείται σαν βοσκή για τα ζώα. Ενα ακρ που καλλιεργείται με φασόλια ή μπιζέλια παράγει δέκα φορές μεγαλύτερη ποσότητα, και ένα ακρ καλλιεργημένο με σπανάκι δεκαοχτώ φορές μεγαλύτερη. Οι αρχαίοι Ελληνες γνώριζαν αυτά τα οικονομικά δεδομένα: Στην «Δημοκρατία» του Πλάτωνα, ο μεγάλος φιλόσοφος Σωκράτης συμβουλεύει μια χορτοφαγική δίαιτα επειδή επιτρέπει την πιο ωφέλιμη χρήση των γεωργικών πηγών. Προφητεύει πως αν ο άνθρωπος συνεχίσει να τρέφεται με κρέας, θα χρειαστεί σύντομα άλλα εδάφη για βοσκή. «Και η γη που ήταν αρκετή για τους ανθρώπους θα γίνει λιγοστή και ανεπαρκής;» ρωτά τον Γλαύκο, που απαντά πως πράγματι έτσι θα γίνει. «Κι εμείς θα αναγκαστούμε να πάμε να πολεμήσουμε, δεν είναι έτσι;» Και ο Γλαύκος απαντά: «ναι, θα συμβεί πράγματι αυτό.»
Αξίζει να αναφέρουμε πως κατά τη διάρκεια της αποικιακής εξάπλωσης στην Ευρώπη, οι πληθυσμοί των κρεατοφάγων έλαβαν μέρος σε όλους σχεδόν τους πολέμους.
Το εμπόριο μπαχαρικών με την Ινδία και άλλες ανατολικές χώρες έγινε αντικείμενο πολλών διαμαχών. Οι ευρωπαίοι συντηρούνταν με διατροφή που είχε για βάση της το κρέας συντηρημένο με αλάτι. Για να καλύψουν την μονότονη και δυσάρεστη γεύση του φαγητού τους, ήταν αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν μπαχαρικά: τα ενδιαφέροντα που συνδέονταν με το εμπόριο των μπαχαρικών ήταν τόσα που η κυβέρνηση και οι έμποροι έδιναν μάχες για τα σιγουρέψουν.
Και στις μέρες μας υπάρχει η πιθανότητα ενός μεγάλου πολέμου για να επιβιώσουμε. Τον Αύγουστο του 1974, η CIΑ δημοσίευσε: στο προσεχές μέλλον μπορεί να λείψει τροφή στον παγκόσμιο πληθυσμό «αν τα πλουσιότερα κράτη δεν δράσουν με τρόπο γρήγορο και δραστικό για να σταματήσουν την κατανάλωση των ζώων που συντηρούνται με δημητριακά.»

Η χορτοφαγική διατροφή βοηθά την αποταμίευση

Ας αφήσουμε την παγκόσμια πολιτική κατάσταση της γης και ας επιστρέψουμε στο αντικείμενό μας: είδαμε πως, αν και λίγοι το ξέρουν, τα δημητριακά, τα όσπρια και τα προϊόντα του γάλατος είναι μια θαυμάσια πηγή πρωτεϊνών υψηλής ποιότητας. Στην ισοτιμία βάρους, πολλά χορτοφαγικά στοιχεία είναι πλουσιότερα από το κρέας: 100 γραμμάρια κρέατος περιέχουν μόνο 20 γραμμάρια πρωτεϊνών (λαβαίνουμε υπόψην πως το 50% του βάρους του κρέατος είναι νερό), ενώ 100 γραμμάρια τυριού ή φακές περιέχουν 25 γραμμάρια πρωτεΐνες και 100 γρ. σόγιας περιέχουν 34 γρ. πρωτεΐνες. Επίσης, το κρέας κοστίζει πολύ περισσότερο. Ενα αποτελεσματικό τεστ που έγινε στα σουπερ-μαρκετ του Λος Αντζελες τον Αύγουστο του 1997 έδειξε πως ένα φιλέτο κοστίζει 7 δολλάρια το κιλό. Μια συσκευασία τυριού, που παρέχει το 60% των αναγκαίων καθημερινών πρωτεϊνών, κοστίζει 59 σεντς. Ετσι, ο χορτοφάγος κερδίζει εκατό δολλάρια το χρόνο, δηλαδή χιλιάδες δολλάρια κατά τη διάρκεια της ζωής του. Τα ετήσια κέρδη όλων των καταναλωτών μπορούν να φτάσουν, όλα μαζί, σε αστρονομικές τιμές. Αν σκεφτούμε όσα αναφέρθηκαν, αναρωτιόμαστε γιατί κάποιος αρνείται να γίνει χορτοφάγος. 

Comments are closed.